Άμοιρε Γείτονα

Καλημέρα σου άμοιρε γείτονα.

Καλημέρα γείτονα, ελπίζω να ξημέρωσες καλά, ελπίζω κι εύχομαι η μέρα σου να είναι γεμάτη χαρά και χαμόγελο.

Τι κάνεις γείτονα; Έχω να σε δω από χθες το βράδυ, σε είδα από το παράθυρο που έμπαινες στο σπίτι σου κλεφτά, μη σε πάρουν χαμπάρι τα παιδιά και η κυρά σου.

Πού ήσουν γείτονα μέχρι τις έντεκα; Δουλεύεις το πρωί, αυτό έχεις συνηθίσει να μας λες.

~~

Όχι, δε ξενύχτησα όλο το απόγευμα να σε καρτερώ γείτονα, απλά με πήρε ο ύπνος μπρος στην τηλεόραση.

Ξύπνησα γύρω στις δέκα το βράδυ από έναν εφιάλτη. Γι αυτό σηκώθηκα από τον καναπέ, έβαλα ένα ποτήρι νερό και πλησίασα το παράθυρο.

Ατένιζα τον ουρανό του Αυγούστου μέχρι την ώρα που είδα τα φώτα του αμαξιού σου να αριβάρουν.

Πώς το κατάλαβα ότι ήταν το δικό σου; Μα ποιος άλλος οδηγάει ένα τριαξονικό στη γειτονιά μας, ποιος άλλος μας το διαφήμιζε ένα χρόνο πριν το αγοράσει;

Πήγανε καλά οι δουλειές γείτονα, το αγόρασες τελικά.

«Τι να κάνεις, μας έχουν πετσοκόψει αλλά δε βαριέσαι, ο Θεός να μας έχει καλά, να δουλεύουμε να βγάζουμε για τα γούστα μας» έλεγες γείτονα, ενώ χαμογελούσες προς το μέρος μας στη στάση το επόμενο πρωί.

~~

~~

Ποιο; Α, ο εφιάλτης.

Δεν ήταν κάτι το σημαντικό. Λογικά είχα επηρεαστεί από τις ειδήσεις των εννέα. Ξέρεις τώρα δα πώς είναι το μυαλό του ανθρώπου και τι παιχνίδια μπορεί να μας παίξει.

Ε, καλά, αφού επιμένεις. Αλλά να ξέρεις, δεν είναι κάτι το σημαντικό.

~~

Ονειρεύτηκα ότι το σπίτι μου βρισκόταν στο κέντρο της πόλης μας. Έχω να κατέβω εκεί κάτω γείτονα πολλά χρόνια, από τότε που ήμουν φοιτητής.

Οι δρόμοι είχαν αλλάξει που λες, περισσότερα αυτοκίνητα με πιο πολλή κίνηση. Τα πεζοδρόμια ήταν που λες γεμάτα με ανθρώπους.

Πολλούς ανθρώπους.

Τα αυτοκίνητα, σταματημένα ξαφνικά στο όνειρο, είχαν επάνω φάρους που δε σταμάτησαν να αναβοσβήνουν από την ώρα που ξεκίνησα το ταξίδι μου. Και δε χρειαζόταν να ανάβουν τους φάρους οι οδηγοί.

Αλλά το έκαναν για κάποιους λόγους δικούς τους.

Α, δε σου είπα: οι οδηγοί φορούσαν στολές. Όλοι. Και δεν ξέρω κιόλας αν ήταν κι όλοι τους οδηγοί ή κάποιοι τους ήτανε συνοδηγοί.

Πολλοί συνοδηγοί κιόλας, όχι ένας ή δύο.

~~

Ο κόσμος, ξέρεις, που υπήρχε στα πεζοδρόμια έβγαινε από το σπίτι μου. Από το δικό μου σπίτι, άνθρωποι που ποτέ δεν είχα δει στη ζωή μου.

Άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας που λες. Κι είχαν μαζί τους και παιδιά, κι αυτά μαζί τους. Έξω όλοι από το σπίτι μου.

«Μα καλά, πόσους χωράει το σπίτι μου;» σκεφτόμουν και άρχισα να προχωράω προς την πόρτα του.

Όσο πλησίαζα, κατάλαβα ότι χωρούσε πολλούς. Επειδή συνέχιζαν να βγαίνουν, με πράγματα στα χέρια τους.

Μια ή δυο αλλαξιές, μια τσάντα με άπλυτα ρούχα και κανένα βιβλίο. Τα παιδιά είχαν πάρει αγκαλιά από ένα παιχνίδι κι ακολουθούσαν τους μεγάλους με μάτια κόκκινα.

Και δακρυσμένα.

~~

Κοντοστάθηκα για λίγο γείτονα, άρχισα να σκέφτομαι. Κατάλαβα, ίσως κι εσύ να το έχεις νιώσει, ότι βρίσκομαι μέσα σε ένα όνειρο. Την ώρα που το κατάλαβα, δεν προσπάθησα να ξυπνήσω. Το αντίθετο, προσπάθησα να πάρω τον έλεγχο του ονείρου μου.

Δεν το κατάφερα. Έτσι λοιπόν, έτρεξα προς το διαμέρισμα μου.

Εκεί είδα τρία παιδιά, να κρατάνε από ένα βιβλίο. Το πρώτο κρατούσε την Τέχνη του Πολέμου, το δεύτερο κρατούσε το 1984 και το τρίτο κρατούσε το πρώτο βιβλίο που διάβασα στη ζωή μου, τον Όλιβερ Τουίστ.

~~

~~

Τα δυο πρώτα έκλαιγαν και κρατούσαν στην αγκαλιά τους τα βιβλία, μπήκαν μέσα ξαφνικά οι συνοδηγοί και με ορμή τους τα άρπαξαν.

Έπειτα γύρισαν σε εμένα και μου έδωσαν τα βιβλία. Δε σάλεψα καθόλου γείτονα, είχα εστιάσει το βλέμμα μου στο τρίτο παιδί, ένα κοριτσάκι με καταγάλανα μάτια, καφέ χοντρό πουλόβερ και τριμμένο παντελόνι.

Με κοιτούσε στην ψυχή γείτονα.

Αργά, σηκώθηκε κι έριξε ένα βλέμμα περιφρόνησης στους συνοδηγούς, με πλησίασε και μου έδωσε το βιβλίο. Το πήρα και μηχανικά κοίταξα το εξώφυλλο του.

Το ίδιο μπλε αντίτυπο που έχω από τα έξι μου χρόνια, όμως ο τίτλος του βιβλίου δεν ήταν Όλιβερ Τουίστ.

Είχε αλλάξει σε: Άμοιρε Γείτονα.

~~

Σήκωσα το κεφάλι, όμως τα παιδιά είχαν φύγει, είδα το μικρό κορίτσι να με κοιτάζει καθώς χανόταν στην εξώπορτα. Οι συνοδηγοί το είχαν πάρει, δεν πρόλαβα να το ρωτήσω το οτιδήποτε.

Έτρεξα προς τα έξω κι εκεί, ώ προς έκπληξη μου, οι συνοδηγοί είχαν στοιβάξει σε ένα μεγάλο τριαξονικό αυτοκίνητο όλους όσους είχαν βγάλει από το σπίτι μου.

Έμεινα να τους κοιτάζω κι άφησα το βιβλίο να πέσει από τα χέρια μου.

Τότε, ένας από τους οδηγούς με είδε. Έσβησε το φάρο του αυτοκινήτου του, με πλησίασε και δήλωσε:

«Αυτοί είναι όλοι κύριε, δεν υπάρχει άλλος.

Ελέγξαμε κάθε γωνιά, πλέον θα έχετε την ησυχία σας και μια ήρεμη γειτονιά.

Ευχαριστούμε για την κλήση» και τελειώνοντας σήκωσε το δεξί του χέρι και χαιρέτησε το σήμα στο κεφάλι του.

~~

~~

Τον κοίταζα για αρκετή ώρα νομίζω γείτονα, ή μπορεί και για μισό δευτερόλεπτο.

Κοίταξα το τριαξονικό, το οποίο έβαλε μπρος και άρχισε αργά να κινείται για το νέο σπίτι των ανθρώπων.

Στο προτελευταίο κάθισμα, είδα το κορίτσι που μου έδωσε το βιβλίο, το δικό μου βιβλίο, το οποίο δεν αναγνώρισα έπειτα.

Με κοίταξε. Κάποια γυναίκα, ίσως η μητέρα του κοριτσιού, του έδωσε έναν κόκκινο μαρκαδόρο.

Εκείνο, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω μου, έγραψε στο τζάμι δύο λέξεις:

Άμοιρε Γείτονα

Κι έτσι ξύπνησα έντεκα το βράδυ. Ένας εφιάλτης ήταν γείτονα, μένω ακόμη εδώ στα προάστια και μένω μόνος μου. Κανένας δεν υπάρχει στο σπίτι μου να με ενοχλεί γείτονα, να δανείζεται τα βιβλία και τα ρούχα μου.

Κανένας άνθρωπος δε βρίσκεται έξω από το σπίτι μου να μου λερώνει το πεζοδρόμιο, είναι όλοι τους βολεμένοι στα άνετα διαμερίσματα τους.

Μια χαρά είμαστε εδώ γείτονα, δεν ενοχλούμε κανέναν και κανείς δε μας ενοχλεί. Είμαστε μονάχοι μας. Μάλλον,

είμαι μόνος μου, ευτυχώς όμως έχω κι εσένα γείτονα.

Άμοιρε Γείτονα

~~

Μοιραστείτε το:

Όταν το κουμπί πατούμε - θέλουμε να εγγραφούμε

...για να δέχομαι τα κείμενα στα εισερχόμενά μου.

Δεν ενοχλούμε. Κείμενα γράφουμε. Μια εγγραφή για εσένα, μια ελπίδα για εμάς