|

Έντγαρ Άλλαν Πόε – Το Κοράκι

Ο Έντγαρ Άλλαν Πόε είναι ένας καταρραμένος ποιητής. Τυχαίνει να είναι και ο αγαπημένος και πρώτος ποιητής ξένης λογοτεχνίας που διάβασε η γενιά μου.

Ο Έντγαρ Άλλαν Πόε μας κέρδισε και μας μύησε στην αμερικάνικη λογοτεχνία. Είναι αυτός που έφερε τις μικρές ιστορίες τρόμου στα ράφια της βιβλιοθήκης μας.

Είναι αυτός που έβαλε τους θεμέλιους λίθους για science fiction διηγήματα.

Είναι ο ποιητής που μας αιχμαλώτισε αποτυπώνοντας τον έρωτα στο χαρτί με τον δικό του, γεμάτο πόνο, τρόπο.

~~{}~~

Αποφάσισα να γράψω μια μετάφραση του 1981 για το “Κοράκι”, το πρώτο ποίημα που διάβασα ποτέ από τον Πόε. Σε μια συλλογή ποιημάτων του, η οποία εντελώς τυχαία έπεσε στα χέρια μου πριν ακόμη ξεκινήσω το γυμνάσιο.

Η παρακάτω μετάφραση είναι του κυρίου Νίκου Σημηριώτη. Δεν έχω διαβάσει, εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ακριβέστερη μετάφραση για το “Κοράκι.”

Η μετάφραση αυτή δεν υπάρχει, από όσο έψαξα τουλάχιστον, στο διαδίκτυο.

Επίσης, είναι και η μετάφραση που επέλεξε ο Θάνος Ανεστόπουλος για τη δική του μουσική μεταφορά του ποιήματος.

~~{}~~

Ετοιμαζόμαστε για το ταξίδι στο Σκοτάδι.

Ένα δωμάτιο, ένα τζάκι, πολλά βιβλία, αλκοόλ και όπιο στο γραφείο. Κι ο πρωταγωνιστής ξεκινά το γεμάτο πόνο μονόλογό του.


Το Κοράκι

Κάποτε ένα μεσονύχτι, που χλωμός και κουρασμένος / Σε βιβλία ήμουν σκυμμένος, γνώσης ξεχασμένης τώρα.

Καθώς πια με βάραινε ύπνος, ξάφνου αντήχησ’ ένας χτύπος / Λες και κάποιος την κλειστή πώς έκρουε θύρα μου με φόρα.

“Κάποιος ξένος”, είπα, “θα ‘ναι, πού τη θύρα κρούει με φόρα – Μόνο αυτό κι όχι άλλο τώρα.”


Ώ, ήταν τότε, δε λαθαίνω, στο Δεκέμβρη το θλιμμένο / Και κάθε δαυλί αναμμένο σιγοσβούσε ώρα την ώρα.

Την αυγή με βιά ποθούσα – μάταια στα βιβλία ζητούσα / Τον καημό μου να ξεχνούσα για την, που έχασα, Λενώρα.

Την πανώρια, σπάνια κόρη που οι αγγέλοι λέν Λενώρα – Πάντα ανόμαστη εδώ τώρα.


Κι οι μετάξινοι, άϋλοι, αθρόοι κάθε ωχρής κουρτίνας θρόοι / Με φοβίζαν – με γεμίζαν τρόμους άγνωρους ως τώρα.

Πού έτσι, τόλμη για να δείξω, το καρδιόχτυπο να πνίξω / “Κάποιος”, είπα, “για ν’ ανοίξω κρούει τη θύρα τέτοιαν ώρα.

Κάποιος νύχτιος επισκέπτης κρούει τη θύρα τέτοιαν ώρα / Μόνο αυτό θέ να ‘ναι τώρα.”


Θάρρεψε σε λίγο ο νους μου, δίχως πια τους δισταγμούς μου / “Κύριε”, πρόφερα ” ή Κυρία, την αμέλεια μου συγχώρα.

Μ’ είχε πάρει, αλήθεια, ο ύπνος κι ήρθε τόσο αχνός ο χτύπος / Τόσο ήρθε πνιχτός ο χτύπος πά’ στην πόρτα μου, που τώρα

Μόλις μπόρεσα να νιώσω” κι άνοιξα την πόρτα φόρα – Νύχτα εκεί ήταν μόνο τώρα.


Μές στη σκοτεινιά κοιτώντας, φοβισμένος κι απορρώντας / Σ’ όνειρα έμεινα δοσμένος που άνθρωπος δεν είδε ως τώρα.

Μα όλη η σιγαλιά σιωπούσε κι η νυχτιά δεν απαντούσε / Και ψιθυριστά αντηχούσε μόνο το όνομα “Λενώρα.”

Μόνο αυτό είχα ψιθυρίσει κι αποκρίθη η ηχώ “Λενώρα” – Μόνο αυτό κι όχι άλλο τώρα


Γύρισα στην κάμαρή μου μ’ άγρια φλόγα στην ψυχή μου / Κι ένα χτύπο άκουσα πάλι δυνατότερο όμως τώρα’.

“Κάτι”, σκέφτηκα “θα ‘ναι άλλο, στο παράθυρο, αν δε σφάλλω / Για να δω αν μπορώ να βγάλω το μυστήριο αυτό στη φόρα.

Μια στιγμή η καρδιά μου ας πάψει, να βγει τ’ άγνωστο στη φόρα – Δίχως άλλο θα ‘ναι η μπόρα.”


Κι άνοιξα το τζάμι μου, όντας μπήκε μέσα φτερουγώντας / Με καμάρι ένα Κοράκι του παλιού καιρού πια τώρα.

Δίχως καν να χαιρετήσει, να σταθεί, να αργοπορήσει / Πήγε αγάλια να καθίσει – λες κυρά ήταν μαυροφόρα.

Σε Παλλάδας προτομή πάνω από την πόρτα, χλωμοθώρα / Πήγε και θρονιάστη τώρα


Κι ως το εβένινο όρνιο εκείνο είχε φαιδρύνει μου το θρήνο / Με τη σοβαρή, σεβάσμια στάση που είχε πάρει τώρα.

“Κι αν σπανή είναι η κορφή σου” λέω, “σίγουρα είσ’ εσύ γενναίο / Πράο στυγνό Κοράκι αρχαίο π’ όρχεσαι απ’ τη Νύχτια Χώρα

Ποιό το αρχοντικό όνομά σου στην Πλούτώνεια Νύχτια χώρα;” / Κι είπε αυτό “Ποτέ Πια Τώρα.”


Σάστισα όταν τ’ όρνιο τόσο καθαρά αποκρίθη – Ωστόσο / Λίγη εξήγηση στα λόγια, λίγο νόημα μόνο εχώρα.

Κι ο καθείς θα συμφωνήσει πώς δεν του ‘τυχε στη ζήση / Παρόμοι’ όρνιο ν’αντικρίσει πα’ στην πόρτα τέτοιαν ώρα

Ζωντανό ή πουλί στημένο σε Παλλάδα τέτοιαν ώρα / Μ’ όνομα “Ποτέ Πια Τώρα.”


Μα έρμο το Κοράκι, πάνω στη γλυπτή Αθηνά, είπε μόνο / Αυτά τα λόγια κι η ψυχή του λες στα λόγι’ αυτά όλη εχώρα

Λέξη πια δεν είπε αφ’ ότου στάθη εκεί – λαμπρό φτερό του / Πιά δε σάλεψεν, ωσότου στέναξα “Άλλοι φίλοι ως τώρα

Πέταξαν – κι αυτό σαν πόθος θα διαβεί σε λίγη ώρα.” / Μα είπε αυτό “Ποτέ Πια Τώρα.”


Στη σιγή που είχε ξαφνίσει τέτοια απάντηση με κρίση / “Βέβαια” πρόφερα, “της γνώσης του είν’ αυτά τα μόνα δώρα.

Κάποιου αφέντη μονοφώνια, που οργισμένη η Καταφρόνια / Τόν κυνηγά αιώνια, αιώνια – τόσο που οι λυγμοί του τώρα

Κι οι μολπές κάθε του Ελπίδας μια επωδό είχαν θρηνοφόρα – Το “Ποτέ – Ποτέ Πια Τώρα.”


Κι ως το ισχνό Κοράκι εκείνο φαίδρυνέ μου όλο το θρήνο / Κύλησα μια πολυθρόνα μπρός σε πόρτα κι όρνιο τώρα

Στα βελούδα εκεί ακουμπώντας έμεινα ώρα, αρμολογώντας / Φαντασιές κι αναρωτώντας τί ‘θελε να πει ώς με εθώρα

Τ’ άχαρο, αγριωπό, παράξενο όρνιο που ήρθε μες στη μπόρα – Κρώζοντας “Ποτέ Πια Τώρα.”


Κάθομουν να το ξηγήσω, δίχως λέξη να μιλήσω / Στ’ όρνιο που η πυρή ματιά του μου καιγε τα στήθια τώρα

Κι άλλα στοχαζόμουν πάλι, με γυρμένο το κεφάλι / Στο μαβί το προσκεφάλι πού μια λάμπα εχλωμοθώρα

Μα, άχ, πού εκεί, στ’ αχνό βελούδο του πού η λάμπα εχλωμοθώρα – Δε θα γύρει Εκείνη τώρα


Πιο βαρύς κι ο αγέρας φάνη μου, ώς να σκόρπιζαν λιβάνι / Χέρια αγγέλων, που άϋλο τους το βήμα στο χαλί επροχώρα.

“Δύστυχε” είπα, “δε σ’αφήνει ο Θεός – μ’ αγγέλους του σου δίνει / Νηπενθές και λησμοσύνη για την, που έχασες, Λενώρα

Πιές, ώ πιές το νηπενθές τ’ αγνό και ξέχνα τη Λενώρα” – Τ’ όρνιο λέει “Ποτέ Πια Τώρα.”


Λέω, “Προφήτη, Πλάσμα Ολέθρου, Φάσμα εσύ πουλιού ή σκελέθρου / Πειρασμός κι αν σ’ έχει στείλει κι αν σε ξέβρασεν η μπόρα

Δείλαιο μα άφοβο, στην ξένη, τούτη γη τη στοιχειωμένη / Μέσα εδώ που η Φρίκη μένει – πες μου – σ’ εξορκίζω τώρα

Βάλσαμο αν υπάρχει – πες μου – κάτω στου Γαλαάδ τη χώρα;” – Κι είπε αυτό “Ποτέ Πια Τώρα.”


Λέω, “Προφήτη, Πλάσμα Ολέθρου, Φάσμα εσύ πουλιού ή σκελέθρου / Μά τα Ουράνια που μας σκέπουν – μά το Θεό που ακούει μας τώρα

Πές μου αν η ψυχή η θλιμμένη στην Εδέμ τη μακρυσμένη / Θ’ αγκαλιάσει μια αγιασμένη κόρη που τη λεν Λενώρα.

Μια πανώρια, σπάνια κόρη που οι Αγγέλοι λεν Λενώρα;” – Κι είπε αυτό “Ποτέ Πια Τώρα.”


“Να ‘ναι αυτή η στερνή κρωξιά σου, δαίμονα ή πουλί” είπα, “Χάσου / Πάλι μες στη μπόρα πέρα, στην Πλουτώνεια Νύχτια χώρα.

Μαύρα μή σκορπάς φτερά σου για σημάδι της ψευτιάς σου / Την ερμιά μου αυτή σεβάσου – φύγε απ’ την Παλλάδα τώρα.

Βγάλ’ το ράμφος σου απ’ τα στήθια μου, απ’ την πόρτα μου αναχώρα.” – Μα είπε αυτό “Ποτέ Πια Τώρα.”


Και τ’ ασάλευτο Κοράκι πάντα στέκει, πάντα στέκει / Στη γλυπτή χλωμή Παλλάδα πάνω από την πόρτα τώρα.

Κι η ματιά μου ολόιδια μοιάζει με δαιμόνιου που ρεμβάζει / Και τον ίσκιο του τινάζει χάμω η λάμπα η χλωμοθώρα.

Κι η ψυχή μου από τον ίσκιο, στο χαλί θολός που εθώρα – Δε θα βγει Ποτέ Πια Τώρα.


~~{}~~

~~{}~~

Μοιραστείτε το:

Similar Posts