Είμαι κι εγώ ένας Κυρ – Παντελής

Ποιός είμαι; 

Το όνομά μου μού είναι γνωστό, όμως σήμερα για κάποιο λόγο δε γίνεται να έρθει στη μνήμη μου. Πώς λέγομαι; Ποιος είμαι;

Από πού έχω έρθει και βρίσκομαι εδώ τόσον καιρό; 

Αυτό το θυμάμαι. Είμαι εδώ από πάντοτε. Από την απαρχή, από τη Δημιουργία, από τη στιγμή που ακούστηκε η πρώτη ψαλμωδία στους ουρανούς.  

Από τότε που το πρώτο ψάρι βγήκε στη στεριά. Από εκείνη την καταραμένη στιγμή που κάποιος αποφάσισε ότι ζω στην πιο ωραία γωνιά του πλανήτη.

Από εκείνη τη ρημαδιασμένη τη στιγμή που άλλαξε ότι είχα συνηθίσει.

Από την ώρα που η γνώμη των πολλών άρχισε να λογαριάζεται από τους λιγότερους, λες και το τί πιστεύουν οι σιχαμένοι παρίες είχε κι έχει σημασία. 

Εγώ είμαι εδώ.  

~~()~~

Δε θυμάμαι το πώς με λένε. Οι γύρω μου με ξέρουν, με γνωρίζουν και με θυμούνται.  

Εγώ δεν τους ξέρω. Δε με ενδιέφερε και ποτέ να τους μάθω. Ποιος νοιάζεται για κάποιον που βλέπει, ακούει, δίνει σημασία μια στο τόσο; 

Εγώ σίγουρα όχι. 

Ο Χρόνος είναι σύμμαχός μου από τη γέννηση μου. Ή από τη γέννησή του. Δε θυμάμαι ποιος γεννήθηκε πρώτος από τους δύο μας. Ίσως να γεννηθήκαμε μαζί, σαν άλλοι Δίδυμοι.

Γι’ αυτό και δείχνουμε τέτοια κατανόηση και ανοχή ο ένας στον άλλον. Όμως αυτόν τον λένε Χρόνο. Εμένα πώς με λένε; 

Ακόμη δε μπορώ να θυμηθώ. Αλλά αυτά τα λίγα που αρχίζω και θυμάμαι, ξεκινούν μια παρέλασε στο μυαλό μου μέσα, κατ’ επέκταση και στα μάτια μου μπρος.  

Αυτά είναι όσα θυμάμαι. 

~~()~~

Ήμουν εδώ όταν άλλαξε η διοίκηση. Τα αδέρφια που είχα στο πλάι μου σφάχτηκαν. Πολέμησαν για κάτι το οποίο εγώ ποτέ δεν κατανόησα.

Και γι’ αυτό το λόγο έχασαν ότι το πολυτιμότερο είχαν. Τη ζωή τους την ίδια. Εγώ από την άλλη, κράτησα το πολυτιμότερο αγαθό: τη ζωή μου. Βοήθησα τους φονιάδες τους, όμως έσωσα Εμένα. 

Από τότε, νομίζω, κέρδισα το όνομα μου.  

~~()~~

~~()~~

Ήμουν εδώ όταν έγινε μια Επανάσταση.  Η δικιά τους Επανάσταση.

Επανάσταση τη βάφτισαν οι αφιλότιμοι. Οι αφιλότιμοι είναι τα αδέρφια από πιο πριν. Τελικά δε σφαγιάστηκαν όλα.

Κάποια από δαύτα, μετά από όσα συνέβησαν αντέδρασαν, αλλάζοντας ότι γνώριζα μέχρι τη στιγμή εκείνη. Ότι και όσα είχα συνηθίσει, τόσα χρόνια μετά την πρώτη σφαγή τους. 

Ο κόσμος μου άλλαξε, έγινε βίαιος, πείνασα και δίψασα. Χωρίς να το θέλω αυτό. Εγώ μια χαρά ήμουν. Κανένα δεν ενοχλούσα και κανένας δε με πείραζε.  

Ήξερα τί να κάνω και είχα τον τρόπο μου. Για την επιβίωση του, ο καθένας μας το οτιδήποτε θα κάνει, σωστά;

Ε, αυτό το οτιδήποτε έκανα κι εγώ.  

Τότε κέρδισα το όνομα μου. Νομίζω.  

Δε θυμάμαι. 

~~()~~

~~()~~

Ήμουν και πάλι εδώ, όταν τα αδέρφια μου που έμεναν Απέναντι αναγκάστηκαν να έρθουν έξω από το δικό μου το σπίτι. Μάλλον, το σπίτι δεν ήταν μόνο δικό μου. Ήταν και δικό τους.

Ήταν δικό μας.  

Και ναι, ήταν αδέρφια μου αυτά που έμεναν έξω από την πόρτα μου.  

Όμως καιρό ήμασταν μόνοι, ο καθένας πρόσεχε τον εαυτό του. Κοίταζε τη δουλειά του και δεν είχαμε πολλά κοινά. Εγώ έτσι το έβλεπα, τουλάχιστον.  

Κι ήρθε μια μέρα, που το σπίτι μου γέμισε από τα αδέρφια μου. Γέμισε τόσο ασφυκτικά, δε μπορούσα να αναπνεύσω.

Είχα συνηθίσει να ζω μόνος μου, είχα ξεχάσει ότι υπάρχουν και άλλοι με καταγωγή ίδια με τη δικιά μου. Με αίμα ίδιο με το δικό μου. 

Και τί έκανα;

Αρνήθηκα τη βοήθεια στα αδέρφια μου. Στους εναπομείναντες ματωμένους αδερφούς μου και στις ταλαιπωρημένες βιασμένες αδερφές μου. 

Τους είχα βγάλει και παρατσούκλι, δεν το θυμάμαι τώρα. Όμως έχει μείνει μέχρι και σήμερα.

Πολλοί Ξένοι τους αποκαλούν έτσι. Νομίζω, ότι και το δικό μου το όνομα έτσι ξεκίνησε να ακούγεται από τους γύρω μου. Ξαφνικά, μετά από μια τραγωδία.

Ή ήταν κι αυτό απλά ένα παρατσούκλι; 

~~()~~

~~()~~

Πέρασε αρκετός καιρός. Η καθημερινότητα μου πήρε τη μορφή που μου άρεσε. Ήμουν κλεισμένος στο σπίτι μου. Είχα τη δική μου τη ζωή να ασχοληθώ, τη δουλειά μου για να βιοποριστώ, τις κακές μου συνήθειες να κρύψω.

Όλα πήγαιναν όμορφα κι ωραία, η ζωή κυλούσε χωρίς κάτι το περίεργο και αναπάντεχο.  

Και τότε άλλαξε το σύστημα.

Πέρασε από την πολυγνωμία της αρχής, στο αποφασίζειν του Ενός. Ο δράκος είχε έρθει στο σπίτι μου και άρχισε να με διατάζει.

Αποφάσιζε αυτός για εμένα, μέσω εμού. Δε με πείραξε και τόσο, έτσι κι αλλιώς ήμουν πολύ κακός στο να αποφασίζω για εμένα.

Ήταν ευχής έργον να το πράξει κάποιος άλλος. Τί σημασία είχε τί χρώμα ρούχα φορούσε ο Δράκος του παραμυθιού που ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μου;

Τί σημασία είχε που με την πρώτη αντιγνωμία ξεκίνησε να τρώει κάποια από τα αδέρφια μου; Τα οποία τελικά μπήκαν στο σπίτι μου.

Εγώ ήμουν μια χαρά, το ρητό το έλεγε: του φευγάτου η μάνα ποτέ δεν έκλαψε. Κιέτσι έμεινα αρκετό καιρό. Οι αδερφές και οι αδερφοί μου με άφησαν ήσυχο για λίγο. Με τις ευλογίες του Μεγάλου Δράκου.

Ήταν Φευγάτοι κι αυτοί με τη σειρά τους. 

Φευγάτος… έτσι με φωνάζανε από τότε. Ακόμη έτσι με λένε.  

Όχι. Όχι, δεν είναι αυτό το όνομα μου. 

~~()~~

~~()~~

Και περνούσε ο καιρός. Και πέρασε ο καιρός. 

Όλο αυτό το διάστημα, το όνομα μου το άκουγα. Αρκετά συχνά. Μετά το ξεχνούσα, σχεδόν αμέσως.

Όμως, δε μπορώ να θυμηθώ πώς διάολο το ξεχνούσα και το θυμόμουν, ενώ αυτή τη στιγμή και πάλι δε μπορώ να το θυμηθώ καν.  

~~()~~

Ήρθε η μέρα που νόμιζαν τα αδέρφια που δεν απογοήτευσα ότι θα προσχωρούσα στις τάξεις τους.

Ήρθε εκείνη η μέρα που νόμιζαν, οι αφελείς, ότι θα αφήσω την ήσυχη μου γωνιά για να προκαλέσω σε μονομαχία κάποιους και κάποιες πιο ισχυρούς από εμένα.

Κάποιους πιο βίαιους, κάποιους που δε σταματούσαν να έχουν λερωμένα με άιμα τα χέρια τους.

Και ξέρεις, μέχρι τελευταία στιγμή το σκεφτόμουν: μήπως πρέπει; Μήπως ήρθε η στιγμή ο “Φευγάτος” να πεθάνει και να αλλάξει το ρημάδι το όνομα του;  

Μήπως; 

Τελικά δεν έκανα τίποτα. Απολύτως τίποτα. Αντιθέτως, τα αδέρφια μου, που ποτέ δεν κάθονταν στα αυγά τους, στο σπίτι τους, στην ήσυχη τους ζωή, έκαναν.

Και όλοι αυτοί οι βίαιοι κι επικίνδυνοι άνθρωποι, έπαψαν να είναι πλέον βίαιοι. Ίσως με τον καιρό να ξαναγίνουν κι άνθρωποι.  

Χρειάστηκε μια ζωή να χαθεί για να απαλλαγούμε από δαύτους. Μια ζωή να χαθεί κι ένας αγώνας που έκαναν για χρόνια τα αδέρφια και οι αδερφες μου να κερδηθεί.  

Σιγά – σιγά νομίζω θυμάμαι το πώς με λένε. 

~~()~~

~~()~~

Χρόνια παρακολουθώ τον απέναντι να χτυπά τη γυναίκα και το παιδί του. Χρόνια και χρόνια ξυπνάω από τις φωνές τους.

Αλλά δε με νοιάζει, αν δεν άντεχε να είναι μαζί του, θα έπαιρνε το παιδί και θα έφευγε, σωστά;

Τί με νοιάζει αν κάθε βράδυ πονάει από τα χτυπήματα του τραμπούκου και φτύνει αίμα; Τί με ενδιαφέρει αν το παιδί κρύβει όλη μέρα στο σχολείο τους μώλωπες του από τη δασκάλα για να μην ξεκινήσουν οι ερωτήσεις; 

Πώς ξέρω ότι συμβαίνει αυτό; Μα, όλοι το ξέρουν. Κανείς δε μιλά, κανείς δεν κάνει κάτι.

Τελικά είμαστε πολλοί που μοιραζόμαστε τον τίτλο μου. Δε μιλάμε πλέον για όνομα, μιλάμε για έναν τίτλο. 

Θυμήθηκα πώς με λένε.  

~~()~~

~~()~~

Τα παραδείγματα που άφησα απ’ έξω είναι άπειρα. Ήδη κούρασα και βγήκε μεγάλο το κείμενο. Αλλά άξιζε.

Θυμήθηκα πώς με λένε. Σε τούτο τον τόπο πάντα έτσι με έλεγαν.

Μή γίνεις σαν κι εμένα. Κι αν έχεις γίνει ήδη σαν κι εμένα, σταμάτα να είσαι ένας Κυρ – Παντελής.

~~()~~

Μοιραστείτε το:

Similar Posts