Ανατομία Ενός Φόνου – Μέρος Πρώτο
Ένα πράγμα έμαθα, τώρα, στα Τριάντα μου. Οι ταινίες και η ζωή δεν είναι το ίδιο. Δεν περίμενα να είναι έτσι. Δεν ήξερα ότι θα ένιωθα έτσι.
Όταν το σκεφτόμουν, όταν με φανταζόμουν να το κάνω, ίσα που γκάβλωνα κιόλας. Είχα αυτή την άγρια τη γκάβλα, πώς είναι όταν βλέπεις για πρώτη φορά τα βυζιά μιας γκόμενας;
Είσαι πιτσιρίκος, βλέπεις τη γκόμενα ολόγυμνη και με τη μία σού γίνεται πέτρα που δεν κατεβαίνει με τίποτα;
Κάπως έτσι.
Όμως με το που σταμάτησα, με το που κοίταξα πρώτα τα χέρια μου και μετά αυτόν τον πούστη, δεν ένιωσα έτσι. Ούτε ηδονή, ούτε γκάβλα, ούτε χαρά, ούτε γαμημένη δικαίωση και ικανοποίηση.
Μόνο να ξεράσω ήθελα. Γι αυτό και με βρήκατε μέσα στη βρώμα.
Συγγνώμη, συνήθως είμαι αρκετά περιποιημένος. Αλλά σήμερα είναι μια διαφορετική μέρα.
~~{}~~

~~{}~~
Σιχαίνομαι την εκκλησία. Τη σιχαίνομαι, τη μισώ, κι αυτήν και όλους όσους αποτελούν μέρος της. Γριές, γέρους, θείες με τα ψωμιά στα χέρια και μπόμπιρες με το κουτάλι στο στόμα. Παπάδες και διακόνους, δεσποτάδες και τόσους ακόμη καραγκιόζηδες.
Κοινωνία… μετάληψη… μυστικό δείπνο και φανερό γαμήσι.
Μαλακίες.
Μή νομίζεις, αυτές τις μαλακίες τις ακολουθούσα για χρόνια. Και τις πίστευα κιόλας. Θεούς και Αγίους, Παναγίες και Σατανάδες.
Όλα.
~~{}~~

~~{}~~
Μια σταλιά παιδί ήμουν όταν μπήκα σε αυτή τη γαμημένη τη σέχτα. Ναι, είναι. Μή με κοιτάς έτσι, είναι μια σέχτα και τίποτα άλλο.
Σαν τώρα μου έρχονται οι εικόνες αυτές οι γαμημένες. Σαν να τις βλέπω και να τις ζω και πάλι.
Πάμε με τη γιαγιά κάθε Κυριακή στη γαμοΕκκλησία, πάμε και μετά σε ένα μνημόσυνο της γειτόνισσας.
Πάμε και σε ένα μοναστήρι με το λεωφορείο μαζί με όλη την ενορία. Και να χτυπιέμαι εγώ, να της λέω: δε θέλω να έρθω, άσε με σπίτι.
Και να απαντάει η γριά: με ποιόν να μείνεις σπίτι, μόνος σου; Μικρό παιδί είσαι. Κι αν γίνει κάτι, τί θα πω στη μάνα σου και στον πατέρα σου;
Και ακολουθούσα. Και περνούσαν τα χρόνια.
Μέσα σε εκκλησίες, μέσα σε κατηχητικά και μαλακίες. Μέσα σε παραμύθια για αιώνιες ζωές και παραδείσους. Παπάδες παντού, να τους φιλάν τα χέρια ταλαίπωροι όλων των ηλικιών. Κι εγώ μαζί τους.
Ώσπου ήρθε η ώρα που έφυγα από εκεί μέσα. Ήρθε η ώρα που μου γύρισε το μάτι. Ήρθε η ώρα της εξομολόγησης.
~~{}~~

~~{}~~
Αυτό το καθίκι ήταν τότε καινούργιος. Μόλις τον είχανε ντύσει. Στην ενορία είχε κανα χρόνο. Πόσο να ήτανε; Στην ηλικία που είμαι τώρα εγώ, πάνω κάτω.
Σε εκείνον με έστειλε η γριά για την πρώτη μου εξομολόγηση. Έλεγε ότι πρέπει όλοι μας να βγάζουμε ότι μας βαραίνει από μέσα μας, να λέμε ότι κακό έχουμε κάνει ή έχουμε σκεφτεί.
Να το ακούει ο Θεός και να μας συγχωρεί. Γιατί εάν δεν εξομολογηθούμε την αμαρτία μας ή την αμαρτωλή μας σκέψη, πάμε καρφί στην κόλαση. Όπου εκεί θα τιμωρούμαστε αιώνια. Για μία σκέψη.
Άκου μαλακίες τώρα.
Με τα χίλια ζόρια πήγα, με περίμενε στο γραφείο. Τον πλησίασα, κάθισα και τον ρώτησα τί πρέπει να του πω. Μου απάντησε: ότι θέλεις κι ότι νομίζεις.
Μπράβο ρε μαλάκα. Πολύ βοηθητικό αυτό.
Και ξεκίνησα να του μιλάω.
~~{}~~
~~{}~~







