Είμαστε οι Φλώροι με τις Κιθάρες

Καλοκαίρι, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ένας καυτός ήλιος μέσα στο μεσημέρι της Θεσσαλονίκης με έδερνε χωρίς έλεος. Το σπίτι που βρισκόμουν ανήκε στην παραμάνα, αρκετά μεγαλύτερο από το πατρικό μου.

Κι αρκετά πιο κοντά στο κέντρο της πόλης.

Κι αρκετά πιο ζεστό. Όμως δεν ήταν καθόλου ξένο.

Το είχα μάθει αρκετά καλά. Και τους δύο του ορόφους.

Κάτω: αυλόπορτα, κουζίνα και σαλόνι με την ευλογημένη τηλεόραση, μπάνιο κι ένα δωμάτιο. Εκεί κοιμόταν οι παππούδες όποτε έκαναν εμφάνιση guest.

Επάνω: Τρία δωμάτια, ένα μπάνιο ακόμα (δεν καταλάβαινα το λόγο του να υπάρχουν δύο μπάνια μέσα στο σπίτι), μια αποθήκη.

Σε ένα από τα επάνω δωμάτια κάπου – κάπου έμενα κι εγώ. Μεσημέρι παρασκευής και Σαββάτου συνήθως, όταν οι γονείς μου είχαν άλλες δουλειές κι εγώ στεκόμουν περισσότερο εμπόδιο στο δρόμο τους.

~~{}~~

~~{}~~

Λοιπόν, σε ένα τέτοιο μεσημέρι ταξιδεύω εδώ και μέρες, μετά από κάποιες ωραίες κουβέντες που ακούστηκαν.

Παρασκευή, έπρεπε να φορέσω τη στολή του καλού παιδιού και να πάω να πάρω τη μεσημεριανή μου σιέστα.

Ανέβηκα στον επάνω όροφο, όμως δεν πήγα στο δωμάτιο όπου συνήθως παρίστανα ότι κοιμόμουν.

Μηχανικά, άνοιξα την πόρτα του πρώτου δωματίου που υπήρχε στην αριστερή πλευρά του ορόφου. Ανήκε σε ένα από τα παιδιά, το οποίο έλειπε για σπουδές.

Το φως του ήλιου έμπαινε κι έλουζε το δωμάτιο. Τρέχοντας σχεδόν, πλησίασα το παράθυρο και κατέβασα το στόρι.

Κοίταξα το κρεβάτι αφηρημένα, έπειτα τη βιβλιοθήκη, σκεπτόμενος τί βιβλίο θα διαβάσω από τη Μεγάλη Συλλογή. Τα δικά μου τα είχα τελειώσει, τόσα μεσημέρια να παριστάνω ότι κοιμάμαι.

Γύρισα το κεφάλι μου ξανά προς το κρεβάτι.

Μια κιθάρα βρισκόταν ξαπλωμένη επάνω του.

~~{}~~

~~{}~~

Δεν είχα δει κιθάρα από κοντά μέχρι τότε. Αν και, ακόμη και στα οκτώ, είχα επαφή κι άκουγα μουσική. Αρκετά.

Λίγος Παύλος από τη μάνα, λίγος Μάνος από τη Θεία, πολύς Στελάρας ( αν είναι δυνατόν ) από τον πατέρα. Και κάτι που το έλεγαν Hip Hop, εντελώς από τύχη. Αλλά αυτό για άλλη μέρα.

Αμέσως, σήκωσα την κιθάρα. “Βαριά” σκέφτηκα.

Κάθισα στο κρεβάτι, την έβαλα όπως είχα δει τον Παύλο σε μια συναυλία να την έχει επάνω του, σήκωσα το αριστερό μου χέρι να πιάσω την ταστιέρα ενώ το δεξί ετοιμάστηκε να κατέβει στις χορδές με δύναμη.

Δε θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή την ασχήμια αυτού του πρώτου κομπανιαμέντου. Δυνατό, υπερβολικά δυνατό, ξεκούρδιστο, με αντίλαλο.

Το ανησυχητικό ήταν ένα: δεν πτοήθηκα καθόλου.

Αντιθέτως, χαμογέλασα, έσφιξα περισσότερο την κιθάρα και μή γνωρίζοντας τί ακριβώς κάνω μαζί της, συνέχισα να το κάνω.

Δε θυμάμαι πόση ώρα πέρασε. Κατέβηκα με την κιθάρα στο χέρι στην Παραμάνα.

“Να την πάρω αυτήν σπίτι;” τη ρώτησα.

“Πάρ’την, κανείς δεν παίζει εδώ. Αλλά δεν ξέρεις ούτε εσύ να παίζεις” μου είπε.

“Θα μάθω” της απάντησα.

~~{}~~

~~{}~~

Πέρασαν αρκετά χρόνια από εκείνη τη στιγμή. Άλλαξαν πολλά. Τα μεσημέρια δεν είναι ίδια. Το σπίτι το πατρικό δεν είναι ίδιο. Το σπίτι της παραμάνας γκρεμίστηκε.

Την κιθάρα την έχω ακόμη. Σπάνια την ακουμπάω, έχει γεράσει. Την έχω αντικαταστήσει με τρεις πιο καινούργιες ακουστικές.

Ίσως, τώρα που γράφω αυτό το κείμενο, να σκεφτώ να πάρω και μια τέταρτη.

Πέρασαν πολλά χρόνια για να βρω το κουράγιο να παίξω μουσική μπροστά σε κόσμο. Είχε περάσει ένα μεγάλο διάστημα όταν, ακόμη πιτσιρίκος, βρήκα το κουράγιο να ζητήσω μαθήματα από τους γονείς μου.

Είχε περάσει αρκετός χρόνος ώστε να πάψω να αποφεύγω δρόμους με κόσμο, καθώς πήγαινα κι ενώ ερχόμουν από το μάθημα. Η φράση “ο φλώρος με την κιθάρα” υπήρχε από τότε.

Και συνήθως, οι άνθρωποι οι οποίοι την ξεστόμιζαν τότε, είναι οι ίδιοι οι οποίοι την ξεστομίζουν και σήμερα.

~~{}~~

~~{}~~

Έρχονται μερικές στιγμές στη ζωή που ταυτίζεσαι με μια ομάδα ανθρώπων, με μία κατάσταση, με έναν μοναδικό άνθρωπο. Με κάτι το οποίο το αντιμετωπίζεις ή το αντιμετώπισες.

Ταυτίζεσαι με έναν άνθρωπο που προσβάλλεται, που μειώνεται. Που είναι υπεράνω και δε δίνει σημασία σε προσβολή και σε χαρακτηρισμό.

Έχω, έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν ακούσει τέτοιες βλακείες εμείς/εσείς/ αυτοί με τις κιθάρες στην πλάτη. Και να σου πω και κάτι, εμένα μου αρέσει.

Είμαι ο Φλώρος με την Κιθάρα. Είμαστε οι Φλώροι με τις Κιθάρες. Μου αρέσει να ακούω Φλώρους. Κάνω παρέα με Φλώρους. Έχω φίλους Φλώρους.

Μακάρι ο κόσμος να είχε περισσότερους Φλώρους.

Και για να φτάσουμε στο Εν Κατακλείδι,

όταν υπάρχουν οι μαλάκες με τα μικρόφωνα, χίλιες φορές ο Φλώρος με την Κιθάρα.

~~{}~~

~~{}~~

Μοιραστείτε το:

Similar Posts