Ξημέρωσε μια εθνική τραγωδία

Δεν έχει ιστορία σήμερα. Κι ήθελα μια κι εγώ. Με πρόλαβε η πραγματικότητα.

Η πρώτη φορά που αισθάνθηκα  να απειλούμαι από φωτιά ήταν το 1997.

Ήταν η χρονιά που το δάσος του Σέιχ Σου στην Θεσσαλονίκη είχε γίνει στάχτη. Ήταν η χρονιά που ο μισός Κέδρινος Λόφος κάηκε.

Από το μεσημέρι της 6ης Ιουλίου είχε ξεσπάσει η πρώτη εστία, μέχρι το βράδυ οι εστίες είχαν φτάσει νομίζω στις τέσσερις.

Κατά τις εννέα κι ενώ βλέπαμε την  καθιερωμένη ελληνική ταινία της βραδιάς, ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων ανέφερε πως η πυρκαγιά συνεχίζει να μένει ανεξέλεγκτη και παρακαλούσε τους εθελοντές να απομακρυνθούν ώσπου οι πυροσβέστες να την θέσουν υπό έλεγχο.

Τότε είχα και την φαεινή ιδέα να θελήσω  να ανέβω στην ταράτσα, μήπως και καταφέρω να δω πως φαίνεται το δάσος από ψηλά, εάν φαίνεται. Με γκρίνια και παρακάλια κατάφερα τους δικούς μου, ανεβήκαμε.

Το θέαμα που είδα δεν το περίμενα, ακόμη και σήμερα η εικόνα του είναι στα μάτια μου και το συναίσθημα που γεννήθηκε όταν την αντίκρισα είναι μέσα μου.

Σε μια καλοκαιριάτικη νύχτα χωρίς φεγγάρι, χωρίς πολλά φώτα από γύρω και χωρίς πολλούς ανθρώπους να κάνουν θόρυβο ανοίχτηκε στον ορίζοντα μου ο λόφος. Αυτό που κάποτε ήταν ο λόφος, πλέον ήταν μια πορτοκαλί εστία φλόγας που κατάκαιγε τα πάντα, ήταν πυκνοί καπνοί που απλώνονταν πάνω από όλο τον περιφερειακό δρόμο.

Μια τεράστια φωτιά που πραγματικά τότε πίστευα πως μας πλησιάζει, πως θα καταπιεί όλη την Θεσσαλονίκη και εγώ ή μάλλον, εμείς, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Μια εικόνα που μόνο σε ταινίες είχα δει μέχρι τότε, μια αδηφάγα λαίλαπα που δεν υπολόγιζε τίποτα.

Μια πύρινη κόλαση που κατάπιε ότι ζωντανό υπήρχε.

«Πώς έγινε αυτό, πως μας πλησιάζει; Ποιος έβαλε την φωτιά;» ρωτούσα με τα μάτια στον λόφο, με ένα άγχος αδιανόητο για την Ελλάδα του ενενήντα.

Τι να μου απαντήσουν οι έρμοι οι δικοί μου;

Η ιστορία επαναλαμβάνεται στην Ελλάδα του σήμερα.

Τόσα χρόνια κάθε καλοκαίρι έχουμε ακριβώς τα ίδια. Πυρκαγιές σε ατέλειωτα στρέμματα δάσους, νεκρούς από τις πυρκαγιές, ευθύνες που δεν καταλογίζονται σε κανέναν για τις πυρκαγιές.

Από το δάσους του Σέιχ Σου στην Θεσσαλονίκη, από την Πελοπόννησο που είχε καεί σχεδόν ολόκληρη, από την Αττική που σήμερα κλαίει τόσα άτομα βγαίνει μια απορία : Γιατί.

Τι φταίει που με τόσες καταστροφές δεν έχουμε βάλει μυαλό σαν κράτος; Τι φταίει που τόσοι άνθρωποι που χάθηκαν δεν μας έκαναν να προνοήσουμε ώστε να μην χαθεί κανείς ξανά;

Τα λόγια και οι λέξεις είναι ένα τίποτα μπροστά σε μια καταστροφή σαν και αυτή που ξημέρωσε στην Ελλάδα.

Άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σπίτια, άνθρωποι αναγκάστηκαν να περάσουν το βράδυ τους σε παραλία για να μην κινδυνεύουν από τις φλόγες, άνθρωποι χάθηκαν από τους δικούς τους και συνεχίζουν να αγνοούνται.

Άνθρωποι κάηκαν, άνθρωποι πνίγηκαν από τις αναθυμιάσεις, άνθρωποι δεν έχουν πλέον τις περιουσίες τους.

Και για όλα αυτά δεν φταίει κανείς που δεν έκανε τις απαραίτητες ενέργειες πρόληψης, δεν φταίει κανείς που αφήνεται η χώρα τους καλοκαιρινούς μήνες έρμαιο στον κάθε παρανοϊκό.

Η ημέρα που ξημέρωσε στην Ελλάδα έχει τον εξής απολογισμό : εκατόν πενήντα άτομα αγνοούνται, πενήντα άτομα νεκρά κι ανάμεσα τους παιδιά, εκτάρια γης καμένα.

Κι όλα αυτά μέχρι αυτή την στιγμή που γράφεται το κείμενο, δυστυχώς τα νούμερα μπορεί να ανέβουν.

Και δεν θα βάλουμε μυαλό σαν κράτος, σαν άνθρωποι. Θα θρηνούμε κάθε χρόνο δάση κι ανθρώπους.

Ξανασκέφτομαι την ερώτηση που έκανα τότε στην πυρκαγιά του Σέιχ Σου:

«Ποιος βάζει τις φωτιές;» αλλά θα ήθελα να την εμπλουτίσω.

Ποιος και γιατί βάζει τις φωτιές;

Δεν έχει σημασία προς το παρόν, οι θεωρίες συνομωσίας που έχουν εμφανιστεί δεν βοηθούν κάπου. Αυτό που έχει σημασία είναι πως για άλλη μια φορά το κράτος μας πιάστηκε στον ύπνο.

Για άλλη μια φορά χάσαμε ανθρώπους. Για άλλη μια φορά δεν προλάβαμε αυτή την κόκκινη λαίλαπα.

Κουράγιο στους ανθρώπους που έχασαν δικούς τους. Κουράγιο στους ανθρώπους που έχασαν περιουσίες.

Θα βάλουμε ποτέ μυαλό ή θα περιμένουμε κάθε καλοκαίρι να ξημερώσει μια εθνική τραγωδία σαν κι αυτή για να θυμηθούμε ότι πρέπει να σκεφτούμε μια πρόληψη για την μεγαλύτερη απειλή της χώρας μας τους θερινούς μήνες;

Υ.Γ.1 : Είναι μια εθνική τραγωδία, οι ταμπέλες των διαφόρων δεν κολλάνε σε αυτή την κατάσταση.

Υ.Γ.2 : Σεβασμός στους πυροσβέστες που είναι οι πραγματικοί ήρωες, σε ένοπλες δυνάμεις που παρέχουν ότι υποστήριξη μπορούν και σε εθελοντές που βοηθούν επειδή είναι ακόμη άνθρωποι και πονάνε τους συνανθρώπους τους.

Και για το τέλος :  Ένας τοίχος κάπου στην Αθήνα γράφει – “Κρατήστε το τελευταίο δέντρο για να κρεμαστείτε”.

Μοιραστείτε το:

Όταν το κουμπί πατούμε - θέλουμε να εγγραφούμε

...για να δέχομαι τα κείμενα στα εισερχόμενά μου.

Δεν ενοχλούμε. Κείμενα γράφουμε. Μια εγγραφή για εσένα, μια ελπίδα για εμάς