Μην υπογράψεις κερατά την δήλωση

Σε έναν και μόνο σε έναν δρόμο περιφέρομαι κάθε μέρα, από το σπίτι στην πλατεία για να πάρω νερό κι από εκεί πίσω με μια στάση στον φούρνο.

Όποτε έχω μια πεντάρα να πάρω μια ψιλή από ψωμί. Ο δρόμος είναι ο ίδιος και ήταν μάλλον πάντα ο ίδιος από τότε που θυμάμαι τον δρόμο, ή από τότε που θυμάμαι εμένα.

Ή από τότε που θυμάμαι τον τόπο μου. Δεν άλλαξε ο τόπος, μόνο οι άνθρωποι του.

Περπατώντας νιώθω ένα ασήκωτο βάρος, όσο περπατώ προς τα μπροστά με πονάει και με ταλαιπωρεί.

«Όπου και να πάω ο φάκελος από πίσω θα έρχεται» είχα κάποτε πει σε έναν μαυροσκούφη που μου έσπρωξε μισό τσιγάρο ανάμεσα από τα κάγκελα. «Ότι και να κάνω με τη ζωή μου τώρα που φεύγω από δω, όπου και να πάω να ζήσω θα κουβαλάω και τον φάκελο μου και την δήλωση. Πώς να ζήσω με τόση ντροπή ανάμεσα σε ανθρώπους που με ξέρουν;» και το άναψα.

Το τσιγάρο έδωσε δυο τζούρες βαριές και ο καπνός περιφερόταν στο δωμάτιο για ώρα. Δεν είχε και πολλές οδούς να φύγει κατά έξω, με τον αέρα είχαμε να βρεθούμε καιρό πολύ.

Στον δρόμο που περπατώ σκέφτομαι συνέχεια το τσιγάρο το τελευταίο εκεί μέσα και τα μάτια του φαντάρου, κοιτούσαν με απέχθεια. Όπως κοιτάζουν και τώρα κάθε μέρα οι γύρω μου, δεν βλέπουν άνθρωπο, μόνο φάκελο.

Και μια δήλωση.

Σκέφτηκα μια μέρα να πάω στην εκκλησιά να ανάψω ένα κερί και να παρακαλέσω τους γονιούς μου να με ορμηνέψουν. Μόλις άνοιξα την πόρτα με υποδέχτηκε η  σιωπή των γυναικών και η αμηχανία του παπά. Δεν τον ήξερα, ποτέ δεν ήξερα και κανέναν από δαύτους. Στάθηκα και τους κοιτούσα για κανένα λεπτό, μόνο τους κοιτούσα και έβλεπα στο βλέμμα τους την ματιά του μαυροσκούφη του φαντάρου. Δεν μπορούσα να αγοράσω τσιγάρα, δεν μου έδινε κανένας βερεσέ κι είχα να καπνίσω καιρό, αλλά για μια στιγμή γεύτηκα τον μπουκωμένο καπνό του μισού τσιγάρου.

Κι έφυγα, δεν με άφησαν να συναντηθώ με τους γονιούς μου, να τους ανάψω ένα κεράκι και να μιλήσω μαζί τους. Τάφοι δεν ήξερα που ήτανε να πάω, τότε μαζί γυναίκες και παιδιά και γέροι είχανε παραχωθεί στο χώμα.

Το νερό ήτανε για όλους, τουλάχιστον ήτανε τζάμπα. Σηκώνω το σταμνί και περιμένω να γεμίσει, ένα και μόνο σταμνί ενώ όλοι από πίσω μου που έρχονται να γεμίσουνε κρατάν τσανάκες πολλές και μεγάλες. Αλλά όταν είναι να φύγω:

«Πώς δεν αυτοκτόνησε ακόμα δαύτος, τι τον κρατά εδώ χάμω;» ακούω ψιθυριστά. Δεν απαντώ πλέον, όλοι ξέχασαν ποιοι ήτανε οι μαυραγορίτες και ποιοι δείχνανε, κι όλοι το μόνο που θυμούνται είναι ο φάκελος.

Και η δήλωση.

Κατηφορίζω και βλέπω τον φούρνο να κλείνει, και θυμάμαι πως το στομάχι είναι άδειο. Είχα να φάω μέρες, κανα δυο αν θυμάμαι καλά.

Στη Γυάρο είχαμε μια φορά τη μέρα το συσσίτιο, δε θα ξεχάσω ποτέ τότε που δυο πιτσιρίκια φανταράκια κουβαλούσαν μια χύτρα μεγάλη με καυτή μανέστρα. Μας είχανε βγάλει έξω στο προαύλιο, είχε καλοκαιριάσει και καίγαμε τα κρεβάτια να καθαρίσει ο κοριός και η ψείρα. Ακούστηκε ένας θόρυβος και γύρισα να δω. Είχε χυθεί η μανέστρα, όλοι όσοι το είδαμε τρέξαμε, πέσαμε από πάνω και με τα χέρια μας να καίγονται φάγαμε όσο καμιά φορά δεν είχαμε φάει.

Όποτε τέτοια σκέψη κάνω λογίζομαι, μπας και ήτανε καλύτερα εκεί μέσα στα σίδερα και στη βρώμα, μπας οι φάλαγγες και τα μπουρδίσματα ήταν προτιμότερα;

Εκεί με τάιζαν.

Ανάθεμα την ώρα που την υπέγραφα την ριμάδα την δήλωση, ας γύρναγα τον χρόνο πίσω και ας έκοβα τα δάχτυλα μου. Τελικά μετά δέκα χρόνια το κατάλαβα, καλύτερα νεκρός παρά χαφιές.

Ζαλισμένος όταν μου είχανε δώσει το χαρτί, άκουσα την γριά φωνάζει μέσα στην ψυχή μου:

«Μην υπογράφεις κερατά, μην υπογράφεις» αλλά δεν την άκουσα.

Γυρνάω προς το σπίτι και δεν σκέφτομαι τι θα φάω, εδώ και καιρό, αλλά το πότε θα φάω. Μόνο νερό εδώ και μέρες. Κουβέντα με κανέναν. Χαφιές για όλους στο χωριό, όλο το χωριό χαφιέδες στους φασίστες.

Μόνο εγώ φυλακή, όλοι οι ρουφιάνοι έξω. Το κόμμα θίχτηκε που το πρόδωσα, και όλοι οι χαφιέδες είναι του κόμματος. Έμεινα μονάχος μου και μετράω μέρες να πεθάνω.

Όταν με θάψουνε δε θα θάψουν τον φάκελο και την δήλωση, θα τα έχουν σαν τρόπαια να τα δείχνουν στα εγγόνια τους.

«Αυτά τα έλεγε ένας χαφιές που πούλησε το τομάρι του για μια οκά ρεβίθια» θα λένε.

Ξέρουν καλά από οκάδες και από δράμια στο χωριό.

 

 

 

 

Μοιραστείτε το:

Όταν το κουμπί πατούμε - θέλουμε να εγγραφούμε

...για να δέχομαι τα κείμενα στα εισερχόμενά μου.

Δεν ενοχλούμε. Κείμενα γράφουμε. Μια εγγραφή για εσένα, μια ελπίδα για εμάς