Στη στοά των ιχνανθρώπων

Η πείνα είχε πάψει να τον πειράζει, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει κάποιον καιρό νηστικός. Η δίψα ήταν εκείνο που τον ταλαιπωρούσε.

Πλατάγιζε τα χείλη του προσπαθώντας να θυμηθεί τον τελευταίο Δικαστή που είχε δει, αλλά το σκοτάδι δεν βοηθούσε την μνήμη του.

Σκοτάδι είχε δει άπλετο τόσο καιρό χωρίς φως, είχε κάπου στο μήνα κλεισμένος σπίτι του. Χωρίς λάμπες και τηλεόραση, μόνο με κεριά κι αυτά λίγα.

Αυτό πριν από τους Δικαστές.

Αλλά αυτό το σκοτάδι, τέτοιο σκοτάδι, το σκοτάδι που όχι μόνο βλέπεται αλλά ακούγεται, δεν το είχε δει ξανά ποτέ.

Ίσως να συγκρίνεται μόνο με το πρώτο σκοτάδι της πρώτης ματιάς, του πρώτου λεπτού που έρχεται άνθρωπος να ζήσει.

«Γιατί το πρώτο πράγμα που βλέπει κάποιος όταν γεννιέται είναι σκοτάδι, όχι φως. Και είναι μάλλον και το τελευταίο που βλέπει όταν φεύγει» ήρθε στο κεφάλι του η φράση που είχε ακούσει κάποτε σε μια διάλεξη σε ένα αμφιθέατρο, όταν ακόμη υπήρχε φως τριγύρω.

Σκέφτηκε να προχωρήσει, όλη την ώρα αυτό σκεφτόταν, αλλά πως;

Στο απόλυτο σκοτάδι, όταν δεν έχει συνηθίσει το μάτι, όταν δεν είσαι σίγουρος για το που πατάς και τι ακουμπάς, όταν δεν μπορείς να προσανατολιστείς, πώς να προχωρήσεις ευθεία στο άγνωστο;

«Ας είναι» σκέφτηκε , «δεν θα μείνω για πάντα κολλημένος εδώ». Πήρε μια βαθιά ανάσα, η μούχλα από γύρω του τρύπησε τα σωθικά και έκανε να σηκωθεί.

Ο τοίχος που ακουμπούσε είχε πλέον πάρει το καλούπι του, είχε μπει μέσα που λένε.

Αργά – αργά και ψηλαφίζοντας το κενό  μπροστά άρχισε να προχωρά. Ησυχία μόνο μπροστά.

Βήμα – βήμα, βήμα και ανάσα, το μόνο που ακουγόταν ήταν η ανάσα και το μήλο του, που πήγαινε πάνω κάτω από το άγχος. Το ίδιο άγχος είχε και ο πρωτόπλαστος κάποτε, κι έμεινε στην ιστορία.

Σάλιο ούτε για δείγμα δεν είχε.

Κλακ, κλακ, κλακ, κλακ.

Οι μπότες έδιναν μια μυστικιστική αίσθηση στο σκηνικό, θυμήθηκε τον Μαύρο Πύργο και τον Ρόλαντ στη σπηλιά με τους αργούς μεταλλαγμένους.

«Εκείνος τουλάχιστον είχε και τον Τζέικ, είχε και αίσθηση Πιστολέρο, είχε και μάτια πιλότου βομβαρδιστικού» μουρμούρισε, για να σπάσει η σιωπή.

Και το κλακ, κλακ από τα τακούνια. Η σιωπή ήταν τόσο εκκωφαντική που τα βήματα του άρχισαν να τον ενοχλούν, πολύ δυνατά.

Προσπάθησε να βαδίζει πιο ήσυχα.

Είχε αρχίσει να συνηθίζει το σκοτάδι, είχε την ψευδαίσθηση ότι το συνήθιζε, όταν από ίσια μπροστά ακούστηκε μια πόρτα να κλείνει.

Πόρτα, μπροστά, μέσα στο σκοτάδι.

«Μαλακίες, αποκλείεται» και σταμάτησε να προχωρά. Τώρα το μόνο που ακουγόταν ήταν μια ανάσα, η δικιά του. Όλο και πιο πνιχτή. Είχε ακούσει ολοκάθαρα να κλείνει μια πόρτα αυτοκινήτου.

Αυτοκίνητο, κάτω εδώ στα Τάρταρα.

«Άρχισε η λόξα να δρα, λογικό είναι», αυτή τη φορά μίλησε κανονικά και δυνατά στον εαυτό του.

«Μεγάλε, που πας;» ακούστηκε μια φωνή να ψιθυρίζει δίπλα στο δεξί του αυτί.

Η τσιρίδα που άφησε να δραπετεύσει από το στόμα του συναγωνίζεται της μικρής δίπλα στο παλιό του σπίτι, όταν το κοριτσάκι είχε ανακαλύψει πως το γατάκι της είχε συναντηθεί με το  αδέσποτο μπουλντόγκ της γειτονιάς.

«Π-π-π-ποιος είναι;» τραύλισε, προσπαθώντας μάταια να δει καλύτερα στο απόλυτο σκοτάδι. Τίποτα όμως, όλα τα ίδια.

Ένιωσε δίπλα του μια ανάσα ξινισμένη, και τον τύλιξε μια μυρωδιά σάπιου κρέατος. Συγκρατήθηκε με όλες του τις δυνάμεις να μην ξεράσει, προσπάθησε να δείξει γενναίος.

Αν και στο σκοτάδι δε θα φαινόταν όπως κι αν έδειχνε. Γενναίος ή δειλός.

«Τι κάνεις εδώ κάτω; Ανέβηκαν πάνω; Τους σκότωσαν; Γλίτωσες μόνο εσύ; Οι Δικαστές; Έρχονται;» άκουσε ασυνάρτητες ερωτήσεις από  τα δεξιά του.

Θεέ μου, θα λιποθυμήσω δεν αντέχω την μπόχα

«Δεν ξέρω τι λες, έχω λίγες μέρες εδώ μέσα, δικάστηκα και με έριξαν» απάντησε και γύρισε εκεί που υπέθετε ότι βρισκόταν ένα κεφάλι που έκανε τις ηλίθιες ερωτήσεις.

Ανάσανε, κατάλαβε πως δίπλα του είχε έναν άνθρωπο, όχι κάποιο μηχάνημα ή κάποιον Δικαστή.

Σκεπτόμενος αυτό, αναθάρρησε κάπως, άρχισε να μιλάει. Είχε να μιλήσει αρκετό καιρό με άλλον άνθρωπο.

«Νόμιζα πως εδώ υπήρχε το απόλυτο κενό, μια τρύπα που θα πέφτω για πάντα, θα υπήρχε ο διάολος ο ίδιος να με πάρει μαζί του, θα υπήρχαν τέρατα.

Αλλά ευτυχώς, από ότι ακούω έχει ακόμη ανθρώπους εδώ κάτω.

Είσαι μόνος σου; Έχεις άλλους μαζί; Μπορείς και με βλέπεις τώρα;

Στο αυτοκίνητο, αυτοκίνητο δεν ήταν, τι δουλειά είχες; Τι δουλειά έχει εδώ κάτω το αυτοκίνητο;» κατέληξε.

Ήρθε η σειρά του να κάνει ηλίθιες ερωτήσεις. Όσο κι αν περνούσε η ώρα τα μάτια του δεν συνήθιζαν στο σκοτάδι, και πάλι δεν έβλεπε τίποτα να διαγράφεται απέναντι του.

Έκανε μια κίνηση να σηκώσει το δεξί του χέρι προς τον συνομιλητή του, αλλά στην πρώτη κίνηση αισθάνθηκε μια κίνηση σαν γρήγορο τσίμπημα, το έπιασε και άρχισε να το ξύνει.

Ο άγνωστος απάντησε, με πολύ σοβαρή φωνή. Μπάσα, ίσως να ήταν ή να είχε κάποτε υπάρξει παραγωγός, μπορεί και τραγουδιστής. Μπορεί και εργοδηγός, μπορεί και πολιτικός.

Μπορεί και Δικαστής.

«Δεν υπάρχει καμιά τρύπα που πέφτεις για πάντα, δεν υπάρχει κανένας διάολος εδώ μέσα. Κάποτε πίστευαν πως ήταν οι Πύλες της Κόλασης εδώ, ναι, γι αυτό και όσους θέλουν οι Δικαστές να ξεφορτωθούν τους πετάν εδώ.

Αλλά, σε ένα πράγμα έχεις δίκιο. Εδώ μέσα υπάρχουν τέρατα» είπε ο άγνωστος.

Τέρατα; Δικαστές; Κάτω από την Γη και χωρίς φως πάλι; Τί συμβαίνει; Γιατί με σφίγγει;

Ο μυστηριώδης άγνωστος άρχισε να του σφίγγει το δεξί του χέρι, όλο και πιο δυνατά.

Οι τρίχες στον λαιμό του σηκώθηκαν, το αριστερό του χέρι  έψαξε κάτι να αδράξει για άμυνα αλλά μάταια.

Πισωπατώντας, μπορεί για ένα μέτρο, μπορεί και για εκατό, βρέθηκε σε έναν τοίχο. Ο τοίχος λες και είχε πάρει το καλούπι του, σαν να κούμπωσε πάνω του όταν τον ακούμπησε με την πλάτη.

Το σκοτάδι ήταν βαθύ, τα μάτια δεν το συνήθιζαν.

«Δεν είσαι άνθρωπος; Αφού μιλάς και καταλαβαίνεις, άνθρωπος είσαι» είπε σχεδόν υστερικά στον άγνωστο.

Η μυρωδιά πιο ανυπόφορη από πριν, πλησίασε. Και η μπάσα φωνή του αγνώστου ξαναμίλησε.

«Πλέον είμαστε όχι ακριβώς άνθρωποι, δεν θα το έλεγα. Όχι. Είμαστε ίσως ίχνη ανθρώπων. Είμαστε ότι από άνθρωπο θυμόμαστε.

Και δεν θυμόμαστε και πολλά, κανείς μας δεν ξέρει πόσο καιρό είμαστε εδώ μέσα, εδώ κάτω. Πάντως κάποια φορά όλοι ήμασταν πρωτάρηδες, σαν κι εσένα.

Όλοι θυμόμαστε την πρώτη φορά που είδαμε το σκοτάδι που βλέπεις τώρα εσύ. Θα το συνηθίσεις» και ακούστηκε για πρώτη φορά το βήμα του.

Κλακ, κλακ, κλακ, κλακ.

Μπότες.

Μα τον Θεό, μπότες.

«Θα μας συνηθίσεις»

Και πάλι ο Ρόλαντ ήρθε στο κεφάλι του, και πάλι το γνωμικό του Μαύρου Πύργου που του άρεσε. Θα ήθελε να το παραφράσει ελάχιστα και να πει : Ο μυστηριώδης άντρας μπήκε στο αυτοκίνητο και η μυρωδιά του τον ακολούθησε.

Αλλά δεν συνέβη αυτό.

Ο άντρας πλησίαζε, τον άκουγε. Τις μπότες του τις άκουγε.

Κλακ, κλακ, κλακ, κλακ.

 

Μοιραστείτε το:

Όταν το κουμπί πατούμε - θέλουμε να εγγραφούμε

...για να δέχομαι τα κείμενα στα εισερχόμενά μου.

Δεν ενοχλούμε. Κείμενα γράφουμε. Μια εγγραφή για εσένα, μια ελπίδα για εμάς