Να ξημερώσει στο Βαρδάρη

Θ’ αρχίσω με το κλασικό επαναλαμβανόμενο κλισέ: Τί να πρωτογράψεις για αυτήν τη μαγική, κατ’ εμέ, πόλη.

Για το απίστευτο κλίμα της; Την υγρασία που φτάνει στα ουράνια κατά τη διάρκεια του χειμώνα και σου τρυπάει μέχρι και την ψυχή;

Εάν βέβαια αποφασίσεις να κατέβεις μια βολτίτσα στην παραλία ή σε κανένα από τα χιλιάδες καφέ στα περίχωρά της.

Μήπως για τους απίστευτους δρόμους της που σε παραπέμπουν σε ένα Λούνα Παρκ τρόμου;

Αυτό λόγω των κρατήρων που βρίσκονται στη θέση της ασφάλτου ενώ νιώθεις πως κρατάς εισιτήριο μίας διαδρομής χωρίς να γνωρίζεις αν θα επιστρέψεις σώος στην πεζή σου καθημερινότητα.

Για τα μέσα μαζικής μεταφοράς;

Που οποιοδήποτε δρομολόγιο αποτελεί καινούργια περιπέτεια;

Με τους ανθρώπους της;

Με αυτή τη μαγική πάστα ανθρώπων που για να λέμε την αλήθεια είναι μοναδικοί από όλες τις απόψεις.

Ανάγνωση κειμένου » “Να ξημερώσει στο Βαρδάρη”

Το καλοκαίρι και η ανθρωπιά στην παραλία

Καλοκαίρι, τα πουλιά ολημερίς στον ουρανό τιτιβίζουν. Ο ουρανός ο οποίος τα φιλοξενεί, φορά το εκτυφλωτικό του φόρεμα.

Ο ουρανός δεν έχει γένος, ας μη τον κρίνουμε ενώ μας καλημερίζει με το πιο βαθύ και γαλανό του χρώμα.

Ενώ μας καληνυχτίζει με το απαλό σκούρο του δειλινού, το οποίο συμβολίζει την αδημονία μας για την αυγή της επόμενης ημέρας και τις ευκαιρίες που εκείνη θα μας φέρει.

Ανάγνωση κειμένου » “Το καλοκαίρι και η ανθρωπιά στην παραλία”

Πόσο ακόμη μέχρι να σπάσεις

Σου φαίνονται όλες οι μέρες ίδιες. Ξημερώνει, νυχτώνει, ξυπνάς, κοιμάσαι. Κάθε μέρα, όλο το μήνα, για ολόκληρο το χρόνο. Ξανά και ξανά, πάλι και πάλι. Η ίδια, αλλά ακριβώς η ίδια ζωή.

Η ρουτίνα.

Και τη ρουτίνα σου την έχεις βαφτίσει ζωή μικρέ μου, αυτό είναι. Βάφτισες τη ρουτίνα σου, ζωή. Η ζωή το άκουσε αυτό.

Και πικράθηκε.

Όχι από εσένα, εσύ έτσι κι αλλιώς άξιος μόνο για αυτό ήσουν και είσαι. Να μπαίνεις σε καλούπια, να γίνεσαι ότι ακριβώς πρέπει να γίνεις. Να φοβάσαι να κάνεις το οτιδήποτε θα σε χαρακτηρίσει.

Ανάγνωση κειμένου » “Πόσο ακόμη μέχρι να σπάσεις”