Τηλεφώνημα από μακριά ξανά

Έχω σκεφτεί αρκετές φορές να σπάσω το τηλέφωνο μου, και η σημερινή είναι η εντονότερη.

Έχω το παραδοσιακό τηλέφωνο ακόμη, εκείνο με το καλώδιο, εκείνο που είναι μονίμως επάνω σε ένα παλιό ξύλινο έπιπλο στο σαλόνι. Σιχαίνομαι τα φορητά τηλέφωνα, μου θυμίζουν τα κινητά και κατ’ επέκταση την μόνιμη ενασχόληση μας μαζί τους.

Είναι βράδυ, είναι καλοκαίρι και ως συνήθως τα καλοκαιρινά βράδια βρίσκομαι στο μπαλκόνι, με ένα τσιγάρο να καίει και μια μπύρα να αφρίζει. Και προσπαθώ να δώσω ένα κείμενο στο χαρτί που μου έχει βγάλει την Παναγία.

Είναι μια βραδιά που η αποπνικτική Σαλονίκη είναι ακόμη πιο ανυπόφορη.

Ανάγνωση κειμένου » “Τηλεφώνημα από μακριά ξανά”

Ξημέρωσε μια εθνική τραγωδία

Δεν έχει ιστορία σήμερα. Κι ήθελα μια κι εγώ. Με πρόλαβε η πραγματικότητα.

Η πρώτη φορά που αισθάνθηκα  να απειλούμαι από φωτιά ήταν το 1997.

Ήταν η χρονιά που το δάσος του Σέιχ Σου στην Θεσσαλονίκη είχε γίνει στάχτη. Ήταν η χρονιά που ο μισός Κέδρινος Λόφος κάηκε.

Από το μεσημέρι της 6ης Ιουλίου είχε ξεσπάσει η πρώτη εστία, μέχρι το βράδυ οι εστίες είχαν φτάσει νομίζω στις τέσσερις.

Κατά τις εννέα κι ενώ βλέπαμε την  καθιερωμένη ελληνική ταινία της βραδιάς, ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων ανέφερε πως η πυρκαγιά συνεχίζει να μένει ανεξέλεγκτη και παρακαλούσε τους εθελοντές να απομακρυνθούν ώσπου οι πυροσβέστες να την θέσουν υπό έλεγχο.

Ανάγνωση κειμένου » “Ξημέρωσε μια εθνική τραγωδία”

Η εκκλησιά και τα βγαλμένα μάτια

Κάθε καλοκαίρι η κατάρα του πιτσιρικά που μεγαλώνει σε ένα αστικό κέντρο είναι μια: ένας μήνας στο χωριό.

Ένας μήνας μακριά από τηλεόραση, από φίλους, από βιβλία, από παραλίες, από οτιδήποτε κρατά το μυαλό του πιτσιρικά απασχολημένο όλο τον χειμώνα και το μισό καλοκαίρι.

Ο υποφαινόμενος ήθελε να πηγαίνει στο χωριό, η πλειοψηφία πιτσιρικάδων ανήκει στους παραπάνω βέβαια.

Όταν κάποτε όμως φτάνει ο πιτσιρικάς στο χωριό συμβαίνει αυτή η επανεκκίνηση στο μυαλό του.

Ανάγνωση κειμένου » “Η εκκλησιά και τα βγαλμένα μάτια”

Στη στοά των ιχνανθρώπων

Η πείνα είχε πάψει να τον πειράζει, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει κάποιον καιρό νηστικός. Η δίψα ήταν εκείνο που τον ταλαιπωρούσε.

Πλατάγιζε τα χείλη του προσπαθώντας να θυμηθεί τον τελευταίο Δικαστή που είχε δει, αλλά το σκοτάδι δεν βοηθούσε την μνήμη του.

Σκοτάδι είχε δει άπλετο τόσο καιρό χωρίς φως, είχε κάπου στο μήνα κλεισμένος σπίτι του. Χωρίς λάμπες και τηλεόραση, μόνο με κεριά κι αυτά λίγα.

Αυτό πριν από τους Δικαστές.

Αλλά αυτό το σκοτάδι, τέτοιο σκοτάδι, το σκοτάδι που όχι μόνο βλέπεται αλλά ακούγεται, δεν το είχε δει ξανά ποτέ.

Ίσως να συγκρίνεται μόνο με το πρώτο σκοτάδι της πρώτης ματιάς, του πρώτου λεπτού που έρχεται άνθρωπος να ζήσει.

«Γιατί το πρώτο πράγμα που βλέπει κάποιος όταν γεννιέται είναι σκοτάδι, όχι φως. Και είναι μάλλον και το τελευταίο που βλέπει όταν φεύγει» ήρθε στο κεφάλι του η φράση που είχε ακούσει κάποτε σε μια διάλεξη σε ένα αμφιθέατρο, όταν ακόμη υπήρχε φως τριγύρω.

Ανάγνωση κειμένου » “Στη στοά των ιχνανθρώπων”

Η Σχεδία δεν τους χωράει όλους

Ένα απόγευμα στα δυτικά το καλοκαίρι ισούται με :  αέρα ανύπαρκτο, ήλιο στον Θεό,  κόσμο παντού. Πολύ κόσμο και στον κόσμο του.

Αυτόματα σαν Έλληνες υπολογίζουμε : το απόγευμα τυχαίνει να είναι Κυριακή, οπότε θα πάμε για έναν καφέ κάνα τετράωρο.

Το σκαμπό να έχει γίνει ένα με το σώμα, ο ιδρώτας να έχει γίνει μια κολόνια που ποτίζει τους γύρω – γύρω.

Ανάγνωση κειμένου » “Η Σχεδία δεν τους χωράει όλους”