Στη στοά των ιχνανθρώπων

Η πείνα είχε πάψει να τον πειράζει, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει κάποιον καιρό νηστικός. Η δίψα ήταν εκείνο που τον ταλαιπωρούσε.

Πλατάγιζε τα χείλη του προσπαθώντας να θυμηθεί τον τελευταίο Δικαστή που είχε δει, αλλά το σκοτάδι δεν βοηθούσε την μνήμη του.

Σκοτάδι είχε δει άπλετο τόσο καιρό χωρίς φως, είχε κάπου στο μήνα κλεισμένος σπίτι του. Χωρίς λάμπες και τηλεόραση, μόνο με κεριά κι αυτά λίγα.

Αυτό πριν από τους Δικαστές.

Αλλά αυτό το σκοτάδι, τέτοιο σκοτάδι, το σκοτάδι που όχι μόνο βλέπεται αλλά ακούγεται, δεν το είχε δει ξανά ποτέ.

Ίσως να συγκρίνεται μόνο με το πρώτο σκοτάδι της πρώτης ματιάς, του πρώτου λεπτού που έρχεται άνθρωπος να ζήσει.

«Γιατί το πρώτο πράγμα που βλέπει κάποιος όταν γεννιέται είναι σκοτάδι, όχι φως. Και είναι μάλλον και το τελευταίο που βλέπει όταν φεύγει» ήρθε στο κεφάλι του η φράση που είχε ακούσει κάποτε σε μια διάλεξη σε ένα αμφιθέατρο, όταν ακόμη υπήρχε φως τριγύρω.

Ανάγνωση κειμένου » “Στη στοά των ιχνανθρώπων”