Η μουσική είναι στιγμές

Μας αρέσει πραγματικά η καταθλιπτική μουσική; Η απάντηση είναι όχι, δεν μας αρέσει η καταθλιπτική μουσική. Θα δούμε το γιατί παρακάτω.

Σάββατο βράδυ και είσαι σε μια ηλικία που δεν θέλεις να βγεις έξω. Λογικό.

Έχει αρχίσει και πέφτει  ο τοίχος του μυαλού σου που χωρίζει Σαββατόβραδο – ταλαιπωρία.

~~

Ανάγνωση κειμένου » “Η μουσική είναι στιγμές”

Ο αδερφός σου ο πόνος

«Ο πόνος φτιάχνει και γαμώ τις μουσικές, να το ξες.»

Ο πόνος φτιάχνει και «γαμώ» το οτιδήποτε με το οποίο καταπιάνεται ένας δημιουργός. Είμαστε και τέτοιοι όταν ξεχνιόμαστε.

Όμως ο πόνος μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα ορμητήριο για το μουσικό, τον ηθοποιό, το συγγραφέα, τον γκραφιτά, τον οποιοδήποτε αφήνει ένα στίγμα κάπου για να υπάρχει και την επόμενη ημέρα.

Ο πόνος είναι ένα μικρό κακομαθημένο αδερφάκι που έχει μαζί του κάποιος από εμάς, συνήθως όλοι μας. Ή ένας μεγάλος αδερφός που έρχεται να μας υποστηρίξει όταν δεν υπάρχει κάποιος άλλος να το κάνει.

Ανάγνωση κειμένου » “Ο αδερφός σου ο πόνος”

Σε κόσμο για λίγους δε χωράει κανείς

Η νύχτα προσφέρει ευκαιρίες για ατελείωτες ονειροπολήσεις. Όταν συνοδεύεται από αλκοόλ και τσιγάρο, οι ατελείωτες ονειροπολήσεις πραγματικά δεν τελειώνουν.

“Για αυτό είναι ατελείωτες ηλίθιε, αυτό σημαίνει η έρμη η λέξη. Ότι κάτι, ότι το οτιδήποτε δεν τελειώνει.”

Σκάσε εσύ, κανείς δε σε ρώτησε, κανείς δε ζήτησε τη γνώμη σου. Αλλά έχεις δίκιο.

Πραγματικά.

Σε τέτοιες νύχτες που προσφέρονται για τη μοναδική διέξοδο από το αδιέξοδο μας, τις ονειροπολήσεις, δεν είμαστε μόνοι. Είμαστε με παρέα, συνήθως τη δική μας ή εκείνη που κάποτε ήταν δική μας.

Κάπως έτσι, περνώντας οι ώρες, οι ονειροπολήσεις σταματούν και τη θέση τους παίρνουν οι διαφορετικές πραγματικότητες του καθενός.

Έτσι λοιπόν, μια τέτοια νυχτιά με αλκοόλ να τρέχει μαζί με το αίμα ένα μαραθώνιο στις φλέβες, πιάσαμε μια από εκείνες τις συζητήσεις που πουθενά δεν οδηγούν.

Όσες φορές και να τις ξεκινήσεις και να τις τελειώσεις.

Ανάγνωση κειμένου » “Σε κόσμο για λίγους δε χωράει κανείς”

Βάλτε να πιούμε

«Τελικά;» τον ρώτησα και περίμενα. Φασαρία και κόρνες απ’ έξω, ησυχία μέσα.

«Ότι να’ ναι κι όπως κάτσει» ήρθε σαν απάντηση.

Και αυτό κάναμε.

Αργήσαμε να ξεκινήσουμε, θέλαμε να προλάβουμε την αλητεία της νύχτας στο ξεκίνημα της.

Δεν προσέξαμε και ιδιαίτερα την εμφάνιση μας, δεν μας ένοιαζε και ιδιαίτερα η εικόνα μας. Ίσως για πρώτη φορά στα είκοσι τόσα χρόνια που βγαίναμε έξω, βγαίναμε μαζί σαν φίλοι.

Ανάγνωση κειμένου » “Βάλτε να πιούμε”