Την πελώρια Χελώνα κοιτάξτε – Μάτουριν

Το νου σου στη Χελώνα 

~~

“Την πελώρια Χελώνα κοιτάξτε παιδιά, στο καβούκι της πάνω τον κόσμο κρατά”, για το Μάτουριν.

Η γιγάντια Χελώνα που κρατά και κουβαλά τον κόσμο στο καβούκι της και περπατά στο άπειρο του σύμπαντος. Ο Μάτουριν, από τις περιγραφές του  Στίβεν Κινγκ.

Τον είχα συμπαθήσει. Είχα λυπηθεί όταν η Αράχνη τον σκότωσε. Ένας Φύλακας πέθανε και η ισορροπία διαταράχθηκε.  

Τον είχα συμπαθήσει το Μάτουριν.  

Αυτό βέβαια πριν τον συναντήσω.

Γαμημένη Χελώνα

Ανάγνωση κειμένου » “Την πελώρια Χελώνα κοιτάξτε – Μάτουριν”

Το όρος κι ο Χρόνος

Υπάρχει ένα γνωμικό του Στίβεν  Κινγκ που το έχω υιοθετήσει και το έχω κάνει μότο. Από το Μαύρο Πύργο, μια από τις καλύτερες του ιστορίες. Ο Ρόλαντ λέει σε ένα σημείο ότι:

“Ο χρόνος είναι ένα πρόσωπο στο νερό.”

Αμέσως έρχεται στο μυαλό του καθενός μας, όταν διαβάζει κάτι τέτοιο, ένα πρόσωπο να καθρεφτίζεται μέσα στο νερό, σωστά;

Ο χρόνος, το πρόσωπο του χρόνου, το οποίο έχουμε όλοι μας σχηματίσει μέσα στο κεφάλι μας. Του έχουμε δώσει μια – κάποια μορφή, ξέρουμε όλοι μας με τι και με ποιόν μοιάζει.

Αλλά όσο ξέρουμε, τόσο ξεχνάμε.

Και ναι, ο χρόνος μοιάζει με ένα πρόσωπο στο νερό. Υπάρχει αλλά είναι θολός, υπάρχει αλλά δεν υπάρχει κιόλας.

Σαν την αντανάκλαση του προσώπου στο νερό, είναι ψεύτικος.

Ανάγνωση κειμένου » “Το όρος κι ο Χρόνος”

Ο Θεός έχει τη μορφή Σκίουρου

«Ο πατέρας μου πήγε για κυνήγι με δυο φιλαράκια του. Τότε τους επιτέθηκαν οι Κομάντσι. Τους πήραν τα άλογα τους. Σκότωσαν τους δυο φίλους του πατέρα μου.

Αλλά εκείνον τον άφησαν να ζήσει. Κι έμεινε πίσω μόνος του, για μέρες.

Μέρες νηστικός και χωρίς νερό, μέρες ολόκληρες. Μέχρι που μια μέρα, ενώ σερνόταν στο χώμα κι έψαχνε κάτι να φάει, βρήκε το Θεό.

Ακριβώς απέναντι του, ένας μεγάλος, χοντρός Σκίουρος τον κοιτούσε στα μάτια.

Οπότε, συγκέντρωσε όλα τις δυνάμεις του και τον πυροβόλησε τον καριόλη». Τον έψησε, τον έφαγε, Τον δόξασε και επέζησε να διηγηθεί την ιστορία στον γιο του.

Ανάγνωση κειμένου » “Ο Θεός έχει τη μορφή Σκίουρου”

Στη στοά των ιχνανθρώπων

Η πείνα είχε πάψει να τον πειράζει, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει κάποιον καιρό νηστικός. Η δίψα ήταν εκείνο που τον ταλαιπωρούσε.

Πλατάγιζε τα χείλη του προσπαθώντας να θυμηθεί τον τελευταίο Δικαστή που είχε δει, αλλά το σκοτάδι δεν βοηθούσε την μνήμη του.

Σκοτάδι είχε δει άπλετο τόσο καιρό χωρίς φως, είχε κάπου στο μήνα κλεισμένος σπίτι του. Χωρίς λάμπες και τηλεόραση, μόνο με κεριά κι αυτά λίγα.

Αυτό πριν από τους Δικαστές.

Αλλά αυτό το σκοτάδι, τέτοιο σκοτάδι, το σκοτάδι που όχι μόνο βλέπεται αλλά ακούγεται, δεν το είχε δει ξανά ποτέ.

Ίσως να συγκρίνεται μόνο με το πρώτο σκοτάδι της πρώτης ματιάς, του πρώτου λεπτού που έρχεται άνθρωπος να ζήσει.

«Γιατί το πρώτο πράγμα που βλέπει κάποιος όταν γεννιέται είναι σκοτάδι, όχι φως. Και είναι μάλλον και το τελευταίο που βλέπει όταν φεύγει» ήρθε στο κεφάλι του η φράση που είχε ακούσει κάποτε σε μια διάλεξη σε ένα αμφιθέατρο, όταν ακόμη υπήρχε φως τριγύρω.

Ανάγνωση κειμένου » “Στη στοά των ιχνανθρώπων”