Πού είναι ο Καυστικόθορας;

Καυστικόθορα, πού είσαι; 

Στο κεφάλι μου και στο μυαλό μου, ακούω αυτή την ερώτηση από μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων κόσμου.

Είμαι ολίγον ματαιόδοξος ανά καιρούς, όλοι οι καλλιτέχνες (τρομάρα μου, που λέει κι ο μπαρμπα – Νίκος) είμαστε.  

Αλλά γνωρίζω ότι ένας ή δυο ρωτάνε, πού είναι το κείμενο του μήνα; Της εβδομάδας; Της ημέρας;

Πού στα κομμάτια είσαι ρε Καυστικόθορα; Τί έγινε, το παράτησες το άθλημα;  

Ανάγνωση κειμένου » “Πού είναι ο Καυστικόθορας;”

Η γυναίκα με τα μαύρα στον πίνακα

Εντάξει, ίσως το παράκανα με το αλκοόλ τελευταία.

Κάτι το τέλος του καλοκαιριού, κάτι ο Σεπτέμβρης  που μας θύμισε πως έχουμε δέκα χρόνια που τελειώσαμε το σχολείο ( άκου εκεί δέκα χρόνια ), κάτι οι τέσσερις μου τοίχοι που όλο και πλησιάζουν ο ένας τον άλλον όποτε βρίσκομαι ανάμεσα τους.

Τέσσερις βούλες και μια στην μέση, αλλά αυτή είναι μια ιστορία για άλλη στιγμή.

Ή τρεις βούλες στον αντίχειρα.

Κι αυτή είναι άλλη ιστορία, για άλλη στιγμή με άλλες συνθήκες.

Ανάγνωση κειμένου » “Η γυναίκα με τα μαύρα στον πίνακα”

Το ροζ κουτί κι ο Γιάννης

Έκλεψα κάτι, μια μόνο φορά, όταν ήμουν εννιά χρονών.

Και εκείνο το κάτι ήταν ένα κουτάκι. Ένα μικρό, ροζ – για κάποιο λόγο ναι, ροζ, λουλουδάτο – ναι, και λουλουδάτο, κουτάκι.

Λοιπόν, είμαστε στο χίλια εννιακόσια ενενήντα εννιά, ή 1999, σε μια συννεφιασμένη ημέρα του Νοεμβρίου, γύρω στις έντεκα το πρωί.

Η μουντάδα του καιρού σκαλίζει το τζάμι του δωματίου μου και με στεναχωρεί περισσότερο από το σχολείο που θα ξεκινήσει σε τρεις ώρες.

Όταν είσαι απογευματινός προλαβαίνεις να χαρείς την ημέρα σου. Πώς χαίρεσαι την ημέρα σου όταν είσαι παιδί στην δεκαετία “Χ” και δεν έχει παιδικά;

Ανάγνωση κειμένου » “Το ροζ κουτί κι ο Γιάννης”

Στη στοά των ιχνανθρώπων

Η πείνα είχε πάψει να τον πειράζει, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει κάποιον καιρό νηστικός. Η δίψα ήταν εκείνο που τον ταλαιπωρούσε.

Πλατάγιζε τα χείλη του προσπαθώντας να θυμηθεί τον τελευταίο Δικαστή που είχε δει, αλλά το σκοτάδι δεν βοηθούσε την μνήμη του.

Σκοτάδι είχε δει άπλετο τόσο καιρό χωρίς φως, είχε κάπου στο μήνα κλεισμένος σπίτι του. Χωρίς λάμπες και τηλεόραση, μόνο με κεριά κι αυτά λίγα.

Αυτό πριν από τους Δικαστές.

Αλλά αυτό το σκοτάδι, τέτοιο σκοτάδι, το σκοτάδι που όχι μόνο βλέπεται αλλά ακούγεται, δεν το είχε δει ξανά ποτέ.

Ίσως να συγκρίνεται μόνο με το πρώτο σκοτάδι της πρώτης ματιάς, του πρώτου λεπτού που έρχεται άνθρωπος να ζήσει.

«Γιατί το πρώτο πράγμα που βλέπει κάποιος όταν γεννιέται είναι σκοτάδι, όχι φως. Και είναι μάλλον και το τελευταίο που βλέπει όταν φεύγει» ήρθε στο κεφάλι του η φράση που είχε ακούσει κάποτε σε μια διάλεξη σε ένα αμφιθέατρο, όταν ακόμη υπήρχε φως τριγύρω.

Ανάγνωση κειμένου » “Στη στοά των ιχνανθρώπων”