Σμαραγδένιο όνειρο

Μόλις τέλειωσε η βάρδια.

Κοίταξε το ρολόι, δυόμισι. Χωρίς καν να αλλάξει ξεκίνησε να φύγει. Δεν περνούσε ούτε δευτερόλεπτο στις ντουλάπες με όλους τους άλλους τους λεχρίτες να τον κοιτάνε και να ζέχνουν κι αυτή την μπόχα του ιδρωμένου μεσήλικα.

Άφησε την κεντρική πόρτα με μια υπόνοια χαμόγελου στον φύλακα που μόλις έπιασε δουλειά και άνοιγε μια σακούλα που μάλλον περιείχε το μεσημεριανό του.

«Δεν τον πιάνουν οι μυρωδιές αυτόν;» αναρωτήθηκε καθώς ανέβαινε στο λεωφορείο του εργοστασίου.

Κοιτώντας μέσα από το τζάμι, κατάλαβε πως ήταν ο πρώτος που είχε φύγει από το κτίριο. Οι υπόλοιποι εμφανίζονταν σιγά-σιγά, αύριο θα έμενε δεύτερος.

Ανάγνωση κειμένου » “Σμαραγδένιο όνειρο”