Ο λήσταρχος, το Φαλακρό και μια κατάρα

Το «Φαλακρό» είναι ένα ύψωμα εντελώς μα εντελώς φαλακρό. Ξερό και άδειο. Για αυτό και ονομάστηκε κι έτσι, «Φαλακρό».

Κοίτα να δεις σύμπτωση.

Δεν έχει δέντρα, δεν έχει βλάστηση, δεν έχει θάμνους και φυλλωσιές. Δεν έχει πουλιά να πετάνε από πάνω του, ούτε γρύλους τα καλοκαίρια να ξελαρυγγιάζονται.

Ακόμη και τα ζώα αποφεύγουν να βοσκήσουν κοντά του.

Καταραμένο και κακό το ύψωμα το φαλακρό. Κάτι τέτοια σαχλά στιχάκια μουρμουράνε ακόμη και σήμερα όσα γερόντια έμειναν στο χωριό, όταν το κοιτάνε τα απογεύματα να ξεπροβάλει μεγαλόπρεπο, καμπουριαστό και γερασμένο.

Ανάγνωση κειμένου » “Ο λήσταρχος, το Φαλακρό και μια κατάρα”

Η καραμπίνα του παππού

Η καραμπίνα του παππού σπάνια κατέβαινε από τον τοίχο.

Ακριβώς επάνω από το τζάκι, εκεί ήταν η θέση της. Ο παππούς την κατέβαζε μόνο μια φορά τον μήνα για να την καθαρίσει, όπως έλεγε.

«Μα παππού, είναι μια ζωή επάνω από το τζάκι, κρεμασμένη στον τοίχο. Πώς βρόμισε;» ρωτούσα τον γέρο. Εκείνος την έπαιρνε στα χέρια του κι αφού την ζύγιαζε και έπειτα έβλεπε με προσοχή να βεβαιωθεί ότι δεν είχε μέσα κάποιο βόλι μου έλεγε:

«Την καθαρίζω να μην χρειαστεί να την δουλέψω καμιά μέρα και δεν μπορέσω». Απλά και φυσικά, με μια χαμηλή φωνή που έβγαζε προς τα τελευταία του.

Ανάγνωση κειμένου » “Η καραμπίνα του παππού”

Από κανένα

Ο Γέρος ήταν περίεργος εκείνες τις τελευταίες νύχτες και το καταλάβαινα. Ούτε τα γελάκια που έριχνε καλοπροαίρετα στα άνοστα ανέκδοτα μου, ούτε διάβασμα παρέα μύθους και ιστορίες, ούτε τηλεόραση στις δέκα κάθε βράδυ να γελάσουμε με ότι αηδία έπαιζε, ούτε περίπατοι στην πόλη που δεν του άρεσε. Κλείστηκε και το ένιωθα. Ίσως είχε καταλάβει.

Ανάγνωση κειμένου » “Από κανένα”